νήποινος

νήποινος, -ον (Α)
1. ατιμώρητος, ανεκδίκητος («νήποινοί κεν ἔπειτα δόμων ἔντοσθεν ὄλοισθε», Ομ. Οδ.)
2. (για φυτά) αυτός που δεν παράγει καρπούς, άκαρπος («χθονὸς αἶσαν... δωρήσεται οὔτε παγκάρπων φυτῶν νήποινον», Πίνδ.)
3. (το ουδ. ως επίρρ.) νήποινον
ατιμώρητα, ατιμωρητί.
[ΕΤΥΜΟΛ. < στερ. πρόθημα νη-* + -ποινος (< ποινή), πρβλ. ά-ποινος, ανά-ποινος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • νήποινος — unavenged masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νήποινον — νήποινος unavenged masc/fem acc sg νήποινος unavenged neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νήποινοι — νήποινος unavenged masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νάποινον — νά̱ποινον , νήποινος unavenged masc/fem acc sg (doric) νά̱ποινον , νήποινος unavenged neut nom/voc/acc sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νη- — ν , νε , νω , να (Α) ανάγεται σε ΙΕ στερητικό πρόθημα *ne , που εμφανίζεται κυρίως στη συνεσταλμένη του βαθμίδα *n , η οποία έδωσε στην Ελληνική και το στερητικό πρόθημα α *. Σε άλλες ΙΕ γλώσες η απαθής βαθμίδα *ne χρησιμοποιήθηκε ως ανεξάρτητο …   Dictionary of Greek

  • νηποινεί — και νηποινί (Α) επίρρ. χωρίς τιμωρία, ατιμώρητα, ατιμωρητί («τοὺς μοιχοὺς νομίζουσι πολλαὶ τῶν πόλεων νηποινεὶ ἀποκτείνειν», Ξεν.). [ΕΤΥΜΟΛ. < νήποινος + επιρρμ. κατάλ. εί / ί (πρβλ. αθε εί, κληρωτ ί)] …   Dictionary of Greek

  • ԱՆՍԽՈՒՐԱՆ — ( ) NBH 1 0236 Chronological Sequence: 6c ա.մ. νήποινος, νηποινεί impuis, ne Առանց այլոյ հատուցման կամ փոխարինի ʼի վճար յանցանաց. առանց տուգանաց. անխնայ. *Հրամայէ զայրակինն՝ որ զբնութեանն օրէնս ʼի բաց հատեալ, անսխուրան մեռանել. ո՛չ մի օր, այլ եւ… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • νάποινος — νά̱ποινος , νήποινος unavenged masc/fem nom sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • nĕ1, nē, nei —     nĕ1, nē, nei     English meaning: negative particle     Deutsche Übersetzung: Satznegation der reinen Verneigung     Note: (ne einzelsprachlich also Wortnegation geworden)     Material: nĕ: O.Ind. ná “not”, néd (náid) ds., Av. ap. na “not” …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.